Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012


Μέχρι το 2040 εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν τα αποθέματα λιγνίτη στη Δυτική Μακεδονία

Μέχρι το 2040 εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν τα αποθέματα λιγνίτη που υπάρχουν στη Δυτική Μακεδονία και υπολογίζονται σε ένα δισεκατομμύριο τόνους εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος. Σε κάθε περίπτωση, προβλέπεται για την επόμενη δεκαετία σταθεροποίηση της σημερινής κατάστασης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή. Ωστόσο οι άνθρωποι του τόπου αναγνωρίζουν την ανάγκη αποστασιοποίησης από την «μονοκαλλιέργεια» του λιγνίτη και ενθάρρυνσης δραστηριοτήτων που αφορούν τον πρωτογενή τομέα και την αγροτική παραγωγή, την επιχειρηματικότητα και τον τουρισμό.

Οι παραπάνω προβλέψεις ανήκουν στον βοηθό διευθυντή του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας, Δημήτρη Ζαραφίδη, ο οποίος θα μιλήσει για την ιστορία και τις προοπτικές του λιγνίτη κατά τη διημερίδα ιστορικής καταγραφής που θα πραγματοποιηθεί το Σαββατοκύριακο στην Πτολεμαϊδα για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της περιοχής.

Με αφορμή την πρόσφατη δικαίωση της ΔΕΗ από το ευρωπαϊκό δικαστήριο για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του λιγνίτη, ο κ. Ζαραφίδης επισημαίνει στο ΑΜΠΕ ότι «αποδυναμώνεται, με τη σχετική απόφαση, το σενάριο της πώλησης μονάδων λιγνίτη». Παράλληλα η περιοχή αναμένει να αποκομίσει οφέλη από την κατασκευή της μονάδας «Πτολεμαϊδα 5» που εκτιμάται ότι θα έχει πολύ μεγάλο συντελεστή απόδοσης λόγω σύγχρονης τεχνολογίας. Επιπλέον σχεδιάζεται η κατασκευή και δεύτερης μονάδας στη Μελίτη και υπάρχουν σκέψεις για σχεδιασμό μίας ακόμη μονάδας στο συγκρότημα του Αγίου Δημητρίου.

«Με βάση τα δεδομένα αυτά, βλέπω μια σταθεροποίηση της κατάστασης στην παραγωγή ρεύματος από τον λιγνίτη της Δυτικής Μακεδονίας, για τα επόμενα δέκα χρόνια. Για αυτή τη χρονική περίοδο η συμμετοχή του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή θα διαμορφωθεί στα σημερινά επίπεδα, αν υπολογίσει κανείς το κλείσιμο ορισμένων μονάδων, όπως αυτή του ΑΗΣ Πτολεμαϊδας πριν από δύο χρόνια, και τη δημιουργία νέων» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παρουσιάζοντας, άλλωστε, στοιχεία και αριθμούς για το Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας, σημειώνει πως πρόκειται για το μεγαλύτερο Λιγνιτικό Κέντρο των Βαλκανίων, το οποίο κατέχει τη δεύτερη θέση σε δυναμικότητα ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μετά τη Γερμανία) και την έκτη παγκοσμίως. Στην περιοχή λειτουργούν έξι ατμοηλεκτρικοί σταθμοί στην Πτολεμαϊδα, την Κοζάνη και τη Φλώρινα, με 18 μονάδες, εγκατεστημένης ισχύος 4.388 Μεγαβάτ, ποσού που αποτελεί το 40% της συνολικής ισχύος της χώρας.

Τα τέσσερα μεγάλα ορυχεία του λιγνιτικού κέντρου καταλαμβάνουν έκταση 160.000 στρεμμάτων ενώ στην διαδικασία της παραγωγής ρεύματος «συμμετέχουν» 42 μεγάλοι ηλεκτροκίνητοι εκσκαφείς, 220 χιλιόμετρα ταινιόδρομων, 16 μεγάλοι αποθέτες, και πάνω από 1000 βοηθητικά ντιζελοκίνητα μηχανήματα.

Σε ό,τι αφορά τα δεδομένα της παραγωγής, τα 4/5 της λιγνιτικής παραγωγής της χώρας προέρχονται από τη Δυτική Μακεδονία ενώ στη συνολική κατανάλωση της ενέργειας στην Ελλάδα ο λιγνίτης κατέχει ποσοστό 44,6%, τα νερά 5,9%, το πετρέλαιο 7,7%, το φυσικό αέριο 24%, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας 7,8% και οι εισαγωγές ρεύματος 10%.

Σε όσους, τέλος, επιρρίπτουν «ευθύνες» στον λιγνίτη για μονομερή ανάπτυξη του τόπου, ο κ. Ζαραφίδης απαντά: «πράγματι η επιχειρηματικότητα έμεινε πίσω, όμως, παράλληλα, γύρω από τη ΔΕΗ αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα δραστηριότητες ιδιωτών που ασχολούνται με υποδομές και μηχανήματα». Για το μέλλον, εκτιμά ότι θα μπορούσαν να γίνουν στοχευμένες κινήσεις στην αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό, ιδιαίτερα τον βιομηχανικό, δεδομένου ότι κάθε χρόνο πάνω από έξι χιλιάδες άνθρωποι επισκέπτονται τις μονάδες της ΔΕΗ. Εκεί βλέπουν από κοντά το μέγεθος της δραστηριότητας που αναπτύχθηκε λίγα χρόνια μετά το 1900, όταν για πρώτη φορά οι κάτοικοι της Εορδαίας, σκάβοντας λίγο στο έδαφος ανακάλυψαν ότι το χώμα φλέγεται.

Πηγή: ΑΜΠΕ
=====================================

Οι υπογραφές "πέσανε" αλλά η ΔΕΗ δεν πήρε "σεντς" από την ΕΤΕπ
Στα γρανάζια του γενικότερου προβλήματος της ελληνικής οικονομίας και κυρίως της συνεχιζόμενης ασυμφωνίας με την τρόικα για το περιεχόμενο του «πακέτου» των μέτρων (και συνεπώς της αβεβαιότητας για το αν και πότε θα εκταμιευθεί η επόμενη δόση) έχει εμπλακεί, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το δάνειο των 150 εκατ. ευρώ που περιμένει η ΔΕΗ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Παρά την πρόσφατη συμφωνία του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα με τον πρόεδρο της ΕΤΕπ  Βέρνερ Χόγιερ (υπογραφή πρωτοκόλλου συμφωνίας εγγυήσεων), με την οποία υποτίθεται ότι απεγκλωβίζονται οι εκταμιεύσεις δανείων από την ΕΤΕπ και ανοίγει ο δρόμος για νέες χρηματοδοτήσεις υπό την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, η ΔΕΗ δεν έχει δεί «ούτε σεντς».
Ο λόγος για το δάνειο που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για ήδη εκτελεσμένα έργα της ΔΕΗ ύψους 150 εκατ. ευρώ. Διότι για τα υπόλοιπα κονδύλια των 280 εκατ. ευρώ για έργα της επιχείρησης που είχαν αρχικά πάρει το «πράσινο φως», όπως για παράδειγμα το φωτοβολταϊκό της Μεγαλόπολης (το οποίο προς το παρόν ματαιώθηκε), τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα.
Το πρόβλημα για τα ταμειακά διαθέσιμα της ΔΕΗ, και συνεπώς του συνόλου της ενεργειακής αγοράς, είναι μεγάλο, καθώς η καθυστέρηση στην εκταμίευση του δανείου έρχεται να προστεθεί στο ήδη ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο υποχρεούται να κινηθεί η επιχείρηση.
Αξιόπιστοι παρατηρητές εκτιμούν ότι η κωλυσιεργία εκ μέρους της ΕΤΕπ οφείλεται στο ότι δεν έχει τελειώσει το θέμα της διαχείρισης του ελληνικού προβλήματος και ότι δεν πρόκειται να εκταμιευθούν χρήματα αν δεν παρουσιαστεί η έκθεση της τρόικας και δεν ομαλοποιηθεί η υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΤΕπ αρχικά είχε ζητήσει στο δάνειο της ΔΕΗ να τεθεί όρος επαναδιαπραγμάτευσης της σύμβασης σε περίπτωση αλλαγής νομίσματος, καθώς και την υπαγωγή της σύμβασης στο Αγγλικό Δίκαιο σε περίπτωση μη εξυπηρέτησης του δανείου. Μετά από τις διαπραγματεύσεις του υπουργείου Οικονομικών με την ΕΤΕπ άλλαξαν οι διατυπώσεις στη σχετική σύμβαση και υπογράφηκε η συμφωνία ανάμεσα στον κ. Στουρνάρα και τον κ. Βέρνερ Χόγιερ.
Η υπόθεση του δανείου προς τη ΔΕΗ εκτιμάται ότι θα αποτελέσει «πιλότο» για όλα τα δάνεια που θα δώσει στη χώρα μας η ΕΤΕπ. Σήμερα, από το 1,2 δις. ευρώ που είχε προϋπολογιστεί για το 2012, δεν έχουν εκταμιευθεί παρά μόλις 10 εκατ. ευρώ.
========================

Που βρίσκονται σήμερα οι ιδιωτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής;

Σε κατάσταση οριακής βιωσιμότητας συνεχίζουν να βρίσκονται οι επτά ιδιωτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, συνολικής ισχύος 2594,7MW, όπως υποστηρίζουν οι ανεξάρτητοι παίκτες της αγοράς. Τους ισχυρισμούς τους ενισχύουν και τα στοιχεία για τον προγραμματισμό της ημερήσιας αγοράς του διαχειριστή ΛΑΓΗΕ, καθώς οι ιδιωτικές μονάδες καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες του συστήματος σε ένα περιβάλλον αγοράς με χαμηλή ζήτηση και μέσης οριακής τιμής του συστήματος στα 60 με 62 ευρώ ενώ οι τιμές ανάλογα με την ώρα ξεκινούν από τα 33 ευρώ και φτάνουν στις ώρες αιχμής οριακά πάνω από τα 80 ευρώ.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΣΑΗ, τα έσοδα από τον ΗΕΠ και τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς για τις ιδιωτικές Μονάδες με καύσιμο φ.α. αντιστοιχούν στα λειτουργικά έξοδα και την εξυπηρέτηση των δανείων. Στην πραγματικότητα χωρίς τους μηχανισμούς, οι Μονάδες έχουν αρνητική απόδοση ιδίων κεφαλαίων γιατί η ενέργεια τους πωλείται 7% κάτω του πλήρους κόστους.
Πως συμβαίνει αυτό; Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΣΑΗ, η ΟΤΣ (ex-ante) στην ελληνική αγορά δεν αντικατοπτρίζει, λόγω στρεβλώσεων και χειραγώγησης, το κόστος της ακριβότερης (οριακής) Μονάδας που λειτουργεί για την κάλυψη της ζήτησης. Αυτό γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό τις ώρες χαμηλής ζήτησης:  εάν πχ λάβουμε υπόψη τα σημερινά στοιχεία του ΛΑΓΗΕ στις πρώτες ώρες της ημέρας βρίσκονταν σε λειτουργία πέντε ιδιωτικές μονάδες φα (Ήρων CC, Elpedison Θεσσαλονίκη, Αλουμίνιο, Protergia, Κόρινθος Power) σε φορτία από 130MW έως 278MW. Το διάστημα λοιπόν εκείνο η ΟΤΣ βρισκόταν μεταξύ 33,8 και 37,6 ευρώ /MWh. Αξίζει να θυμίσουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία του ΕΣΑΦΗ το μεταβλητό κόστος των μονάδων φα κυμαίνεται κοντά στα 93€/MWh.
Ποια θα έπρεπε όμως να είναι η πραγματική τιμή της αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΣΑΗ, η πραγματική ΟΤΣ, θα έπρεπε να είναι κοντά στα επίπεδα της ΟΤΑ (ex-post), η οποία υπολογίζεται με πραγματικά δεδομένα, δηλαδή κοντά 18 €/MWh υψηλότερη για το πρώτο επτάμηνο 2012.
Σημειώνεται ότι από τον Οκτώβριο του 2010 που ξεκίνησε να ισχύει η λεγόμενη Πέμπτη ημέρα αναφορά, η διαφορά μεταξύ των τιμών ex post και ex ante διευρύνθηκε σημαντικά από οριακά πάνω από τα 5 ευρώ, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και πάνω από τα 25 €/MWh. Θυμίζουμε ότι ο ΕΣΑΗ έχει «κατηγορήσει» για τη μεγάλη αυτή απόκλιση τις υπερεκτιμήσεις που γίνονται – όπως υποστηρίζει – από τη ΔΕΗ  των λιγνιτικών της μονάδων στη διάρκεια του ΗΕΠ. Έτσι καθώς οι μονάδες αυτές είναι παλιές σε συνδυασμό με τα προβλήματα καυσίμου, υπάρχει αδυναμία να παραχθούν οι ποσότητες που είχαν δηλωθεί στον ΗΕΠ από τις λιγνιτικές μονάδες (η διαφορά αυτή σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο ΕΣΑΗ φτάνει στο 5% της συνολικής ζήτησης ή περίπου 213.000MWh).
Σημειώνεται τέλος ότι στο εξάμηνο του 2012, η παραγωγή των ιδιωτικών μονάδων φα, έφτασε τις 5TWh ενώ η ετήσια παραγωγή εκτιμάται ότι θα κυμανθεί κοντά στις 11TWh καλύπτοντας πάνω από το 21% της συνολικής ζήτησης στην αγορά
======================
Οι Μύθοι των «Τροϊκανών»

Η τρόικα δεν δέχεται ότι οι Έλληνες έχουν «ματώσει» αρκετά και απαιτεί επιπλέον θυσίες. Σε αυτό το συμπέρασμα συγκλίνουν όλα τα ρεπορτάζ που δημοσιεύονται τις τελευταίες ημέρες. Ανάμεσα στα άλλα, οι εκπρόσωποι των δανειστών ζητούν από τους εργαζομένους περισσότερες ώρες δουλειάς με περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, καθώς και γενναίο «ψαλίδι» στον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων - με στόχο, όπως λένε, τη μείωση των δαπανών και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Ας ρίξουμε, όμως, μια σύντομη ματιά στα όσα μας λένε τα στοιχεία.
Πρώτον: Όσον αφορά στον χρόνο εργασίας, η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ αποδεικνύει ότι κάθε εργαζόμενος στην Ελλάδα αφιερώνει κατά μέσο όρο για τη δουλειά του 2.017 ώρες ετησίως. Ο αριθμός αυτός κατατάσσει αυτομάτως τη χώρα πρώτη ανάμεσα στους εταίρους της στην Ε.Ε. και δεύτερη ανάμεσα στις 34 χώρες-μέλη του διεθνούς οργανισμού. Άρα, δεν μπορεί να υφίσταται επιχείρημα ότι «ο Έλληνας δουλεύει λίγο».
Δεύτερον: Σε σχέση με τις αμοιβές, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΒΕΑ που προέρχονται από πρόσφατη έρευνα του επιμελητηρίου στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παίρνουν τα λιγότερα χρήματα, που ανέρχονται σε 10.110 ευρώ τον χρόνο κατά μέσο όρο. Χαμηλότερα, δηλαδή, ακόμη και από τα 10.882 ευρώ των Πορτογάλων ή, πολύ περισσότερο, τα 16.382 ευρώ των Ισπανών. Κατά συνέπεια, είναι έωλο και το επιχείρημα ότι «ο Έλληνας είναι ακριβός».
Τρίτον: Αναφορικά με τους δημόσιους υπάλληλους, η απογραφή του 2010 τους καταμέτρησε σε 768.000. Την Ανοιξη του 2011, οι εταιρείες Icap Group και Hay Group, σε έρευνα για τα υπουργεία Οικονομικών και Εσωτερικών, τόνιζαν πως «το μέγεθος της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα συμβαδίζει με το αντίστοιχο μέγεθος των αναπτυγμένων οικονομικά χωρών, ειδικά της Ε.Ε.», ενώ διαπίστωναν ότι το 50% των δημοσίων υπαλλήλων είχε μεικτές αποδοχές κάτω των 1.639 ευρώ μηνιαίως. Και ένα χρόνο αργότερα, ο τότε αρμόδιος υπουργός Δημήτρης Ρέππας δήλωνε ότι οι μόνιμοι στο Δημόσιο ανέρχονται σε 636.000. Έτσι, μάλλον είναι μύθος ο ισχυρισμός ότι «το Δημόσιο έχει υπεράριθμους εργαζομένους».
Και ακόμη: Τα δύο προηγούμενα χρόνια, διαρκώς αυξάνονται οι ώρες δουλειάς, πέφτουν οι μισθοί και μειώνεται ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων. Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η Ελλάδα βρίσκεται στην 96η θέση της παγκόσμιας κατάταξης στην ανταγωνιστικότητα ανάμεσα σε 144 χώρες, κατρακυλώντας έξι θέσεις από πέρυσι. Και την ίδια στιγμή, η μείωση του κόστους εργασίας δεν βοήθησε ώστε να πέσουν οι τιμές στα είδη πρώτης ανάγκης τα οποία, όπως σημειώνει η Eurostat, είναι στην πλειονότητά τους πολύ ακριβότερα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ε.Ε.
Το συμπέρασμα είναι μάλλον αδιαμφισβήτητο: Τα επιχειρήματα των τροϊκανών καταρρίπτονται στην πράξη. Το δε ερώτημα είναι απολύτως φυσιολογικό: Με ποιο τρόπο καταφέρνουν και στριμώχνουν τους συνομιλητές τους;
(από την εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΑ", 03/10/2012)
======================================
Τι Γίνεται με τις Επενδύσεις της ΔΕΗ Ανανεώσιμες;

Πριν λίγες ημέρες, η ΔΕΗ Ανανεώσιμες ανακοίνωσε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με την χρηματοδότηση του φωτοβολταϊκού πάρκου στη Μεγαλόπολη, ισχύος 50 MW, πράγμα που σημαίνει ότι η υλοποίησή του αναβάλλεται μέχρι νεωτέρας. Παράλληλα, υπό αμφισβήτηση τίθεται και η κατασκευή του τεράστιου φωτοβολταϊκού πάρκου, ισχύος 200 MW στην Κοζάνη. Τι προμηνύουν οι αναβολές αυτές για μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου των ΑΠΕ στη χώρα μας;
Αρχικά, η ΔΕΗ Ανανεώσιμες θεωρήθηκε ότι είναι από τις λίγες ελληνικές εταιρείες που έχουν τη δυνατότητα να υλοποιήσουν μεγαλεπήβολα σχέδια στις ΑΠΕ, καθώς διαθέτει ένα ειδικό βάρος ως θυγατρική της ΔΕΗ. Άλλωστε, η ΔΕΗ ήταν που υλοποίησε τα πρώτα αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα στη δεκαετία του 1980 και 1990, γεγονός που σημαίνει ότι διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία και δεν πρόκειται για μια τυχαία εταιρεία.
Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών όμως φανερώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα: Φαίνεται πως τελικά η κακοδαιμονία της ΔΕΗ και η επιδεινούμενη οικονομική της κατάσταση επηρέασαν την ΔΕΗΑΝ, η οποία άλλωστε είναι και σε ένα βαθμό δέσμια του ευρύτερου δυσμενούς οικονομικού κλίματος, το οποίο βάζει «ταφόπλακα» στις επιχειρηματικές προσπάθειες και εμποδίζει κάθε δυνατότητα χρηματοδότησης νέων έργων.
Εκτός από τα δύο μεγάλα φωτοβολταϊκά σε Μεγαλόπολη και Κοζάνη, η ΔΕΗΑΝ αντιμετωπίζει καθυστερήσεις και σε άλλα σχέδιά της. Πέρυσι για παράδειγμα, ανακοινώθηκε η συνεργασία με την κινεζική Sinovel στα αιολικά, η οποία ακόμη δεν έχει αποφέρει καρπούς. Αντίστοιχα, συνεχίζεται η αναζήτηση στρατηγικού εταίρου για γεωθερμικούς σταθμούς και οι έρευνες για τα νέα γεωθερμικά πεδία, δίχως να είναι σαφείς οι προοπτικές τους.
Το καλό πάντως για την εταιρεία είναι ότι δεν επικεντρώνεται μονάχα σε μια τεχνολογία και αυτό της επιτρέπει να έχει μια κάποια ευελιξία. Επιπλέον, οι επενδύσεις στην Κρήτη δείχνουν να προχωρούν ικανοποιητικά, παρά τις τοπικές αντιδράσεις για ορισμένα από τα έργα. Με εξαίρεση τις αναβολές στα μεγαλεπήβολα σχέδια, το επενδυτικό πρόγραμμα εξελίσσεται ομαλά σε ότι αφορά τα μικρότερης κλίμακας έργα ΑΠΕ. Ίσως μια πιθανή λύση για τα μεγάλο φωτοβολταϊκό της Κοζάνης να ήταν ο τεμαχισμός του σε πολλά, μικρότερα έργα που θα υλοποιηθούν σε βάθος χρόνου.
Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι οι εξαγγελίες για τα μεγάλα σχέδια της ΔΕΗ ΑΝ σε φωτοβολταϊκά και αιολικά τα τελευταία δύο χρόνια αποτέλεσαν περισσότερο υλικό για τις ομιλίες των πολιτικών προσώπων (ιδίως της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ) ενώ στην ουσία δεν ήταν υλοποιήσιμα στην παρούσα οικονομική συγκυρία. Επειδή όμως η αγορά ξέρει να αξιολογεί αντίστοιχες πρωτοβουλίες, καλό θα ήταν η διοίκηση της ΔΕΗ ΑΝ να αποφύγει στο εξής να γίνεται η εταιρεία έρμαιο πολιτικών σκοπιμοτήτων και να επικεντρωθεί σε αυτό που ξέρει καλά: Την υλοποίηση ρεαλιστικών σχεδίων στις ΑΠΕ.
===============================

Δεν υπάρχουν σχόλια: